ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥ
Ε.Α.Α.Σ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ
Οι δημοσιεύσεις δεν εκφράζουν κατ' ανάγκην την ΕΑΑΣ, αλλά ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ τους δημιουργούς του blog. Ανώνυμα ή υβριστικά σχόλια ΔΕΝ θα δημοσιεύονται.
Τρίτη 7 Ιουλίου 2026
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026
Σας γνωρίζουμε ότι στις 11 και 12 Ιουλίου 2026 θα πραγματοποιηθεί στην έδρα της ΣΔΒ στο Στρατόπεδο «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ Α΄» (Χαϊδάρι) ο επίσημος εορτασμός της μνήμης του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, Προστάτη του Όπλου των Διαβιβάσεων, παρουσία της Στρατιω
Διαβάστε ΠερισσότεραΣάββατο 4 Ιουλίου 2026
Η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ) χαιρετίζει τη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, όπως αυτή ανακοινώθηκε από την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κα Νίκη Κεραμέως, με την οποία αποκαθίσταται οριστικά μια σοβαρή αδικία πο
Διαβάστε ΠερισσότεραΤετάρτη 1 Ιουλίου 2026
Τρίτη 30 Ιουνίου 2026
Ευχές
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
Ευχές
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026
Μέρισμα Ιανουαρίου 2026 στις 07 Ιαν 2026 ημέρα Τετάρτη.
Μέρισμα Φεβρουαρίου 2026 στις 29 Ιαν 2026 ημέρα Πέμπτη.
Διαβάστε ΠερισσότεραΤετάρτη 24 Ιουνίου 2026
Κύπρος και ενεργειακοί σχεδιασμοί
στην Αν. Μεσόγειο. Σύγχρονες εξελίξεις
Γράφει : Ο
Γεώργιος Γκορέζης*
e-mail : ggorezis@yahoo.gr
Web : ggore.wordpress.com
Βασική
επιδίωξη των κρατών αποτελεί η ενεργειακή ασφάλεια, που βασίζεται σε παράγοντες
όπως η συνεχής και ασφαλής τροφοδοσία σε ενέργεια, η αξιόπιστη και αδιάκοπη ροή
της και το χαμηλό κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος. Στα κράτη
της Ανατ. Μεσογείου η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη ( ΑΟΖ ), μια από τις πιο
σημαντικές θαλάσσιες ζώνες που καθορίζονται από το νόμο της θαλάσσης, επαυξάνει
την ενεργειακή τους ασφάλεια και παρέχει στους πολίτες πρόσθετους οικονομικούς
πόρους.
Η
οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών των κρατών είναι μια σύνθετη διαδικασία που καθορίζεται
από τη σύμβαση του ΟΗΕ για τον Νόμο της θάλασσας (UNCLOS) που υπογράφηκε στο Montego Bay (Jamaica) το 1982 και τέθηκε σε εφαρμογή
το 1994. Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη-Εexclusive Economic Zone (EEZ-ΑΟΖ) έγινε
θέμα για διχογνωμίες μεταξύ γειτονικών
κρατών, και οδήγησε σε μερικές περιπτώσεις σε ένταση των σχέσεων τους. Όπως η οριοθέτηση
της EEZ
μεταξύ Κύπρου και
Λιβάνου, που χρονολογείται από το 2007 και λύθηκε οριστικά το 2025.
Η
EEZ-ΑΟΖ
με βάση την UNCLOS,
Μέρος V
(άρθρα 55-75), έχει μέγιστο πλάτος 200 ναυτικά μίλια από τις βάσεις (baselines) του κράτους, και η αξία της
έγκειται στο γεγονός ότι όταν γίνει η διακήρυξη της παρέχει μεταξύ των άλλων
στο παράκτιο κράτος σημαντικά κυριαρχικά δικαιώματα σ’ ότι αφορά την ενέργεια. Πιο
ειδικά το άρθρο 56 του UNCLOS
καθορίζει ότι : « Στην
Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη το παράκτιο κράτος έχει κυριαρχικά δικαιώματα στην
έρευνα και εκμετάλλευση, συντήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων, ζωντανών
και μη, μέχρι τα ύδατα του βυθού της θαλάσσης, όπως και δικαιώματα σχετικά με την
οικονομική έρευνα και εκμετάλλευση της θαλάσσιας ζώνης, όπως η παραγωγή
ενέργειας από το νερό, τα ρεύματα και τον αέρα».
Πριν το 2025 η Κύπρος, νησιωτικό κράτος που συνορεύει με Ελλάδα,
Τουρκία, Συρία, Λίβανο, Ισραήλ και Αίγυπτο, κατόρθωσε να συνάψει συμφωνία
οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με δύο από τα γειτονικά της κράτη. Ύστερα από έντονη
διπλωματική δραστηριότητά πέτυχε τη συμφωνία με την Αίγυπτο για το Νότιο τμήμα
της Κυπριακής ΕΕΖ-ΑΟΖ, που υπογράφηκε στις 17 Φεβ 2003, και τη συμφωνία για το
Νότιο και Νοτιοανατολικό τμήμα της ΕΕΖ-ΑΟΖ ύστερα από τη συμφωνία με το Ισραήλ,
που υπογράφηκα στις 17 Δεκ 2010.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα γειτονικά κράτη, μια συμφωνία Κύπρου
Λιβάνου για το Νοτιοανατολικό τμήμα της Κυπριακής ΕΕΖ-ΑΟΖ υπογράφηκε στις 17
Ιαν 2017, αλλά δεν επικυρώθηκε από το Λίβανο. Για δε το Βόρειο τμήμα της
Κυπριακής ΕΕΖ-ΑΟΖ η Κύπρος, μη έχοντας συμφωνία με τη Τουρκία, κατέθεσε λίστα
γεωγραφικών συντεταγμένων των σημείων με συνοδευτικό χάρτη στα Ηνωμένα Έθνη
στις 4 Μάη 2019, που προσδιορίζουν το Βόρειο και Βορειοδυτικό τμήμα της ΕΕΖ-ΑΟΖ
της. Με την Ελλάδα η Κύπρος, παρα τις εξαίρετες διπλωματικές σχέσεις, δεν
υπέγραψε συμφωνία, επειδή η Τουρκία θα αντιδρούσε βίαια προκαλώντας κρίση, λόγω
των διαφορών σε θέματα του Αιγαίου, και με τη Συρία δεν προχώρησε σε
οριοθέτηση, λόγω της αστάθειας και του εμφυλίου στη τελευταία.
Η Κύπρος τελικά έφθασε σε συμφωνία με το Λίβανο στις 26 Νοε
2025, συμφωνία που χαρακτηρίσθηκε από τον Κύπριο πρόεδρο ιστορική, επειδή
επαυξάνει την προοπτική συνεργασιών σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια και οι
υποδομές. Πέραν της οικονομικής σημασίας της, η συμφωνία ενέχει τεράστια
στρατηγική σημασία για τη σταθερότητα και την ασφάλεια της δύσκολης αυτής
περιοχής.
Η Κύπρος είναι σημαντικός παράγοντας σε θέματα περιφερειακής
ασφάλειας, καθώς συμμετέχει σε ευρείς ενεργειακούς σχεδιασμούς που
υποστηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως, Great Sea Interconnector (former Euro-Asia Interconnector), που αποβλέπει να μεταφέρει ηλεκτρική ενέργεια από το
Ισραήλ στην Ευρώπη, Euro-Africa Interconnector, που αποβλέπει
στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από την Αίγυπτο στην Ευρώπη, και Eastern Mediterranean Interconnector (East Med), για τη μεταφορά φυσικού αερίου
από το Ισραήλ στην Ευρώπη. Επιπλέον η Κύπρος πρόκειται να συμμετάσχει στον India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), που θα συνδέει την Ινδία με την
Ευρώπη, ενώ συγχρόνως είναι μέλος του Eastern Mediterranean Gas Forum (EMGF).
Ο τουρκικός τύπος αντιμετωπίζει με εμφανή ενόχληση τη νέα
πολυμερή ενεργειακή και γεωπολιτική σύμπραξη στην Ανατολική Μεσόγειο, γνωστή ως
East Mediterranean Gas Forum (EMGF), κάνοντας λόγο για επαναφορά ενός νέου EastMed και για συνεργασία χωρίς τη Τουρκία. Η
τουρκική ανάγνωση εστιάζει στο γεγονός ότι στο σχήμα συμμετέχουν Ελλάδα,
Κυπριακή Δημοκρατία, Αίγυπτος, Ιορδανία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ιταλία, καθώς και
οι ΗΠΑ και η Παγκόσμια Τράπεζα, στοιχείο που παρουσιάζεται ως ένδειξη
διεύρυνσης μιας «αντιτουρκικής ενεργειακής αρχιτεκτονικής». Η Τουρκία, χώρα
που αρνείται να δεχθεί τα προβλεπόμενα από την UNCLOS και να υπογράψει σχετική συνθήκη, όχι μόνο αντιτάχθηκε στη
συμφωνία Κύπρου και Λιβάνου, αλλά και έχει κατά καιρούς εμφανίσει εχθρική
εξωτερική πολιτική προς τρίτες χώρες στη Ανατολική Μεσόγειο, κατέχει παρανόμως
το Βόρειο τμήμα της Κύπρου από το 1974, προτείνει την οριοθέτηση θαλασσίων
Ζωνών στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου με όρους αντίθετους της UNCLOS, παρεμποδίζει τις γεωτρήσεις εταιριών στην Κυπριακή ΕΕΖ
κλπ., και δηλώνει ότι κάθε σχεδιασμός που δεν περιλαμβάνει τη συμμετοχή της
Τουρκίας δεν θα πετύχει.
Οι προαναφερθείσες οριοθετήσεις ΕΕΖ-ΑΟΖ της Κύπρου με τρείς
γειτονικές χώρες, η υποστήριξη που παρέχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την
Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχήματα συνεργασίας και η σχετική σταθεροποίηση στη Συρία
δείχνουν ότι η νέα δυναμική στα κράτη της ΝΑ Μεσογείου είναι να δημιουργείται λιγότερο
εχθρικό περιβάλλον, στο οποίο η Κύπρος έχει να παίξει κρίσιμο ρόλο, χάρις στη
στρατηγική της θέση και τις ενεργειακές της υποδομές, υπάρχουσες και τις
εναλλακτικές. Δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν η Κύπρος υπογράψει οριοθέτηση ΕΕΖ-ΑΟΖ
με την Ελλάδα και τη Συρία στο εγγύς μέλλον.
Επιστέγασμα όλων των ανωτέρω αποτελεί
η συνεδρίαση στο Χιούστον του σχήματος 3+1, που συνδυάστηκε με τα εγκαίνια του East Med Energy Center,
υλοποιώντας μία από τις βασικές προβλέψεις του EastMed Act του 2019, όπως και η
επικείμενη ψήφιση του νόμου στις ΗΠΑ Eastern Mediterranean Gateway Act, που αναγνωρίζει τη Μεσόγειο ως
στρατηγική πύλη στο πλαίσιο του India-Middle East-Europe Economic Corridor ( IMEC) και ενισχύει υπάρχοντες μηχανισμούς,
όπως το 3+1 ( ΗΠΑ-Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ )και το East Mediterranean Gas Forum . Το νέο
Κέντρο, το οποίο έχει την έδρα του στο Baker Institute for Public Policy του
πανεπιστημίου Rice, έχει στόχο να ενισχύσει την έρευνα, την καινοτομία
και τον στρατηγικό διάλογο, λειτουργώντας παράλληλα ως γέφυρα
μεταξύ κυβερνήσεων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ερευνητικών κέντρων και του
ιδιωτικού τομέα γύρω από τις ενεργειακές και γεωπολιτικές εξελίξεις στην
περιοχή.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας συνέδεσε τη
δημιουργία του Κέντρου με τη στρατηγική αντίληψη της κυβέρνησης Τραμπ ότι το
εμπόριο, οι επενδύσεις και οι συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντες
σταθερότητας και να φέρουν τις χώρες πιο κοντά. Όπως ανέφερε η πρωτοβουλία
αυτή αποτελεί καταλύτη για τη νέα γενιά στρατηγικών ενεργειακών και
διασυνδετικών έργων της περιοχής. ‘Έφερε σαν παράδειγμα τον Κάθετο Διάδρομο, που ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, τον Great
Sea Interconnector, ο οποίος θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου
και του Ισραήλ, καθώς και τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης
(IMEC). «Στέλνουμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς την περιοχή και τον κόσμο ότι οι
χώρες μας είναι αποφασισμένες να εργαστούν μαζί για την ασφάλεια, τη
σταθερότητα και την ευημερία της Ανατολικής Μεσογείου και των λαών της»,
ανέφερε ο υπουργός. Κατά τη διάρκεια της υπουργικής συνάντησης του σχήματος
3+1, που προηγήθηκε των εγκαινίων του East Med Energy Center, οι τέσσερις χώρες
συμφώνησαν στην κατάρτιση
ενός οδικού χάρτη συνεργασίας, ενώ αποφάσισαν η επόμενη υπουργική συνεδρίαση να
πραγματοποιηθεί στο Ισραήλ έως το τέλος του έτους 2026.
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα
σημαντική, καθώς αποτυπώνει την προσπάθεια μετατροπής του 3+1 από ένα σχήμα
πολιτικού διαλόγου σε έναν θεσμοθετημένο μηχανισμό συνεργασίας, με μόνιμα
χαρακτηριστικά, σαφείς προτεραιότητες και συγκεκριμένους μηχανισμούς υλοποίησης.
Η συνάντηση στο Χιούστον πραγματοποιήθηκε λίγες μόλις ημέρες μετά την υπουργική
σύνοδο του East Med Gas Forum (EMGF) στην Ουάσιγκτον, όπου οι χώρες της
περιοχής επανέλαβαν τη δέσμευσή τους στον διάλογο, στη συνεργασία και στον
σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ως βάση για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων
της Ανατολικής Μεσογείου.
Όλες
αυτές οι παράλληλες εξελίξεις αντανακλούν τη σταδιακή
διαμόρφωση ενός νέου
πλαισίου περιφερειακής συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με ενεργό την αμερικανική στήριξη. Το μεγάλο ρίσκο είναι η
προσπάθεια του Τράμπ για επέκταση των συμφωνιών του Αβραάμ και το ενδεχόμενο η
Τουρκία να χρσιμοποιήσει την υπογραφή της σαν μοχλό πίεσης προς τον Τράμπ με
αντάλλαγμα την αναθεώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο,
ή τη περιθωριοποίηση του άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ. Αλλά μόνο η σταθερότητα στη
περιοχή ξεκλειδώνει τον μεγάλο εμπορικό διάδρομο IMEC (
Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης ). Και όσο
εδραιώνεται η αντίληψη ότι η συνεργασία, η συνδεσιμότητα και η κοινή αξιοποίηση
των ενεργειακών και οικονομικών δυνατοτήτων αποτελούν μονόδρομο, τόσο
περιορίζονται τα περιθώρια κινήσεων για δυνάμεις που θα ήθελαν να υπονομεύσουν
τη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή.
*Ο Γεώργιος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος,
συγγραφέας
Τρίτη 23 Ιουνίου 2026
Σάββατο 20 Ιουνίου 2026
«Αναβολή
ψήφισης του τουρκικού νομοσχεδίου για τη “Γαλάζια Πατρίδα”: Στρατηγικός ελιγμός
ή αλλαγή στρατηγικής;»
Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας –
Διεθνολόγος
Η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» από την
Τουρκική Εθνοσυνέλευση για τον προσεχή Οκτώβριο, προσφέρεται αφενός για μια
στρατηγική αποτίμηση της τουρκικής απόφασης και αφετέρου, για μια ψύχραιμη
ανασκόπηση του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα εθνικά
θέματα στην Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη απόφαση παρά τα όσα ειπώθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας
(π.χ. αναβολή λόγω της διακοπής των εργασιών της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης κατά
τους θερινούς μήνες), δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο
των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της διαρκούς μεταβολής των περιφερειακών
ισορροπιών ισχύος.
Συγκεκριμένα, η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο
χαρακτηρίζεται από έναν συνδυασμό θεσμικών πρωτοβουλιών, διπλωματικών κινήσεων
και στρατιωτικών ενεργειών επίδειξης ισχύος, οι οποίες δεν ακολουθούν πάντοτε
γραμμική ή προβλέψιμη εξέλιξη, αλλά συχνά προσαρμόζονται στις εκάστοτε
εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου δεν μπορεί να
ερμηνευθεί αυτομάτως ως μεταβολή στρατηγικής κατεύθυνσης.
Η εκτίμηση αυτή, ενισχύεται και από το γεγονός, ότι Τούρκοι αξιωματούχοι απέδωσαν
την αναβολή σε ζήτημα προγραμματισμού και γραφειοκρατίας και όχι σε αναθεώρηση
της υφιστάμενης πολιτικής.
Ενδεχομένως, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου να εντάσσεται σε μια
λογική στρατηγικού ελιγμού που σχετίζεται με τον επαναπροσδιορισμό του χρόνου
και του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα επιλέγει να προωθήσει το δόγμα της
«Γαλάζιας Πατρίδας».
Πέραν των επίσημων εξηγήσεων όμως, υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες που
ενδέχεται να συνέβαλαν στην απόφαση της τουρκικής ηγεσίας να μεταθέσει χρονικά
την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Συγκεκριμένα, η προσεχής Σύνοδος του
ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα προφανώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συγκεκριμένη
απόφαση.
Η Σύνοδος προσφέρει την ευκαιρία στον Πρόεδρο Ερντογάν να βρεθεί στο
επίκεντρο σημαντικών διπλωματικών συζητήσεων, να διευρύνει την επιρροή του
εντός της Συμμαχίας και να αναδείξει το γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας σε μια συγκυρία
όπου επικρατεί αυξημένη γεωπολιτική ρευστότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και το
διεθνές σύστημα γενικότερα.
Ενόψει της Συνόδου της Άγκυρας, η ανάδειξη
ενός ζητήματος που συνδέεται με την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και τις
διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, ενδεχομένως να δημιουργούσε τριβές μεταξύ
της Ελλάδας και των συμμάχων με αποτέλεσμα να πληγεί η εικόνα της υπεύθυνης
περιφερειακής δύναμης που προβάλει ο κ. Ερντογάν και να αποδυναμωθεί η
διαπραγματευτική ισχύ της.
Σε συνέχεια της ανωτέρω συλλογιστικής, η
Τουρκία επέλεξε στη δεδομένη συγκυρία να
μην υπονομεύσει την σχέση της με την Ελλάδα, αλλά να διατηρήσει ζωντανό τον
δίαυλο των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Αθηνών.
Παράλληλα, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα»
αποκλιμακώνει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών και επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως διαλλακτικός και
υπεύθυνος εταίρος που επενδύει στον διάλογο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών
διαφορών.
Εξίσου σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε και η επιλογή της Άγκυρας να αποφύγει ένα νέο κύκλο έντασης με την Ευρωπαϊκή
Ένωση (Ε.Ε.), ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία επιχειρεί να
διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας με τις
Βρυξέλλες.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται άλλωστε, το γεγονός ότι η Ε.Ε. παραμένει ένας
από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Τουρκίας και μία από τις
βασικότερες πηγές επενδύσεων για την τουρκική οικονομία.
Υπό αυτή την έννοια, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» στερεί από
την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα επιπλέον πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία ή
την επιβολή κυρώσεων για την πολιτική της, επιτρέποντας παράλληλα, στην Άγκυρα
να κρατά ζωντανές τις ευρωτουρκικές σχέσεις και να διατηρεί ευνοϊκότερες
συνθήκες διαλόγου με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Η ανωτέρω εκτίμηση ενισχύεται και από την πρόσφατη στάση
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο με ευρεία πλειοψηφία υιοθέτησε έκθεση
ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στην Τουρκία, καταδικάζοντας μεταξύ άλλων το
δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», τις παραβιάσεις της κυριαρχίας και των
κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της Ε.Ε., καθώς και τη διατήρηση του casus
belli κατά της Ελλάδας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι συνεχιζόμενες
επαφές της Τουρκίας με ευρωπαϊκές χώρες στον τομέα της αμυντικής συνεργασίας.
Η Τουρκία έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον της να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό
χρηματοδοτικό μηχανισμό SAFE (Security Action for Europe), που αποτελεί το βασικό
χρηματοδοτικό εργαλείο της Ε.Ε. για την ενίσχυση της κοινής αμυντικής της βιομηχανίας.
Επίσης, η Άγκυρα εξακολουθεί να διερευνά δυνατότητες συνεργασίας με
ευρωπαϊκούς εταίρους για την ενίσχυση των δυνατοτήτων αεράμυνας της χώρας,
συμπεριλαμβανομένων των συζητήσεων που αφορούν το σύστημα αεροπορικής και
πυραυλικής άμυνας SAMP/T.
Συνεπώς, η διατήρηση ενός κλίματος συνεργασίας με τις ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις εξυπηρετεί ευρύτερους στόχους της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας
και καθιστά λιγότερο ελκυστική την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα υπονομεύσουν
αυτόν τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να
υποτιμάται η αμερικανική διάσταση του ζητήματος. Οι σχέσεις της Τουρκίας με
τις ΗΠΑ εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μια εύθραυστη ισορροπία συνεργασίας
και ανταγωνισμού.
Η τουρκική ηγεσία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην άρση των αμερικανικών
κυρώσεων για την υλοποίηση κρίσιμων εξοπλιστικών προγραμμάτων που έχουν
παγώσει, καθώς και στη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Ουάσιγκτον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ψήφιση ενός νομοσχεδίου που θα κατοχύρωνε θεσμικά
το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» ενδεχομένως να αναζωπύρωνε αντιδράσεις σε
κύκλους του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, γεγονός που θα υπονόμευε τις
τουρκικές επιδιώξεις.
Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην
αναβολή ψήφισης του εν λόγω νομοσχεδίου πρέπει να έπαιξαν και οι ευρύτερες
εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα εμφανίζεται ως
ειρηνοποιός δύναμη που επιδιώκει να λειτουργήσει ως περιφερειακός διαμεσολαβητής
για την αποκατάσταση της ειρήνης και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, η
δημιουργία ενός ακόμη μετώπου έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν φαίνεται να
εξυπηρετεί τους άμεσους στρατηγικούς της σχεδιασμούς.
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός, ότι οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας εξακολουθούν να αποτελούν
σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.
Συγκεκριμένα, η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές
προκλήσεις, ενώ η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη
πολιτική φθορά και έντονη κριτική από τμήματα της αντιπολίτευσης για ζητήματα
εξωτερικής πολιτικής και
ιδίως για τις κινήσεις της Ελλάδας (αμυντική θωράκιση της χώρας, συμμαχίες
κ.λπ.).
Στο πλαίσιο αυτό, η ανάδειξη θεμάτων που άπτονται των ελληνοτουρκικών
σχέσεων και των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο
έχει κατά καιρούς λειτουργήσει ως μέσο πολιτικής συσπείρωσης του εσωτερικού
ακροατηρίου.
Υπό αυτή την οπτική, είναι πιθανό η
τουρκική ηγεσία να εκτιμά ότι η πολιτική και επικοινωνιακή αξιοποίηση της
θεσμικής θωράκισης της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να αποδειχθεί
περισσότερο επωφελής σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν οι εσωτερικές ή οι
περιφερειακές συνθήκες θα καθιστούν την ανάδειξή του πολιτικά πιο χρήσιμη.
Αξιολογώντας τους ανωτέρω παράγοντες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αναβολή
της ψήφισης του νομοσχεδίου δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη εγκατάλειψης
των πάγιων στρατηγικών επιδιώξεων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να αποτελεί έναν στρατηγικό ελιγμό, ο οποίος
υπαγορεύεται από τη συγκυρία και από την ανάγκη της Άγκυρας να διαχειριστεί πιο
επωφελή γεωπολιτικά, οικονομικά και διπλωματικά ζητήματα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το
νομοσχέδιο θα ψηφιστεί τον Οκτώβριο ή σε μεταγενέστερο χρόνο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η αναβολή
εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, στο πλαίσιο του οποίου το
συγκεκριμένο νομοθέτημα λειτουργεί ως διαπραγματευτικό και πολιτικό εργαλείο,
η χρησιμότητα του οποίου θα επανεκτιμηθεί ανάλογα με τις εξελίξεις στο
περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.
Στην περίπτωση αυτή, η αξία του δεν βρίσκεται στη θεσμική
του κατοχύρωση, αλλά στη δυνατότητα αξιοποίησής του ως εργαλείου πολιτικής και
διπλωματικής πίεσης για την ικανοποίηση
ευρύτερων στρατηγικών στόχων της Τουρκίας.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πλευρά, διότι η συζήτηση που αναπτύχθηκε στη χώρα μας
γύρω από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ανέδειξε, για μία ακόμη φορά, ορισμένες διαχρονικές αδυναμίες και
στρεβλώσεις σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα
εθνικά θέματα.
Συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα καλλιεργήθηκε
ένα έντονο κλίμα ανησυχίας το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκε σε
ρητορική κινδυνολογίας από συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους, αναλυτές και δημοσιολογούντες
που εμφανίζονται ως ειδικοί επί των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν σενάρια άμεσης κλιμάκωσης, παρουσιάστηκαν
προβλέψεις περί «θερμού επεισοδίου» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και προεξοφλήθηκε
είτε η αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είτε μια επικείμενη
γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας ως αναπόφευκτη εξέλιξη.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η στρατηγική συζήτηση απομακρύνεται από την ψύχραιμη
αποτίμηση των δεδομένων και μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επικοινωνιακής
αντιπαράθεσης, όπου οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής αξιολογούνται περισσότερο
με όρους εντυπώσεων παρά με κριτήρια αποτελεσματικότητας και αποτροπής.
Η δημόσια συζήτηση παύει να λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης και
μετατρέπεται άθελά της ή μη, σε παράγοντα ενίσχυσης των επιδιώξεων της
τουρκικής στρατηγικής.
Συγκεκριμένα, όταν κάθε τουρκική
εξαγγελία, πρόθεση ή κίνηση προκαλεί κύματα ανησυχίας, σενάρια επικείμενης
κρίσης και αμφισβήτηση της ελληνικής στρατηγικής, τότε η Άγκυρα αποκτά
σημαντικό πλεονέκτημα στο πεδίο της επικοινωνίας και της διαμόρφωσης
αντιλήψεων, επιβάλλοντας το δικό της αφήγημα στο δημόσιο διάλογο.
Παράλληλα, επιτυγχάνει ένα σημαντικό
μέρος των επιδιώξεών της χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλει τους συσχετισμούς
ισχύος επί του πεδίου.
Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανάλυση των
ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι μια διαδικασία σύνθετη, η οποία απαιτεί διάκριση
μεταξύ πραγματικών στρατηγικών εξελίξεων και επικοινωνιακών εντάσεων, καθώς και
συνεχή προσπάθεια αποφυγής ερμηνειών που βασίζονται περισσότερο σε συγκυριακές
εντυπώσεις παρά σε γεωπολιτικά δεδομένα.
Συγκεκριμένα, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν γεννήθηκε με το υπό
συζήτηση νομοσχέδιο, ούτε η ισχύς της εξαρτάται αποκλειστικά από την ψήφισή
του.
Πρόκειται για ένα στρατηγικό αφήγημα που έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια,
έχει επηρεάσει ουσιαστικά την τουρκική εξωτερική πολιτική και έχει ήδη
εκδηλωθεί στην πράξη μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, στρατιωτικών
δραστηριοτήτων και πολιτικών επιλογών της Άγκυρας.
Κατά συνέπεια, η ψήφιση ή η αναβολή
ενός νομοσχεδίου δεν μεταβάλλει αυτομάτως ούτε τις πάγιες επιδιώξεις της
Τουρκίας ούτε τα θεμελιώδη δεδομένα ασφαλείας της περιοχής.
Εν κατακλείδι, η εθνική στρατηγική
δεν μπορεί να διαμορφώνεται υπό την πίεση υπερβολών, επικοινωνιακών
εξάρσεων και κλίματος κινδυνολογίας.
Αντιθέτως, η ψυχραιμία, η γνώση και η ικανότητα στρατηγικής ανάλυσης
αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ορθή αξιολόγηση των στρατηγικών
επιδιώξεων και των τακτικών κινήσεων του αντιπάλου.
Διότι τελικά, η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται με συγκυριακές ρητορικές
εξάρσεις και επικοινωνιακές υπερβολές, αλλά από την ικανότητά του να κατανοεί
την πραγματικότητα με νηφαλιότητα και να τη διαχειρίζεται με στρατηγική
αυτοπεποίθηση.
Άλλωστε, η αναβολή ενός νομοσχεδίου
δεν αλλάζει τη στρατηγική της Τουρκίας.
Εκείνο που μπορεί να αλλάξει είναι ο
τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα επιλέγει να την αναλύει και να την αντιμετωπίζει.



